Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

"Πάρε τη λέξη μου, δώσε μου το χέρι σου"


Τα χέρια πλάθουν κόσμους άλλοτε τόσο χειροπιαστούς κι άλλοτε τόσο μαγικούς.
 Είναι αυτά που δημιουργούν, βοηθούν, ανακουφίζουν,  σώζουν, λυτρώνουν, ταξιδεύουν, προσφέρουν...
Έτσι, κάθε φορά που κοιτά κανείς τα χέρια που λάτρεψε, ερωτεύεται πάλι από την αρχή.
Δεν τα ξεχνά ποτέ.

Μικροί ύμνοι για εκείνα μέσα από την ποίηση...
 

Τυφλός κι από τα δυο μου χέρια.
Σε πλάθω λίγο λίγο κάθε νύχτα.

Έγινα παντοδύναμος για χάρη σου
δεν έγινα θεός.
Τι να την κάνω τόση παντοδυναμία
όταν απαγορεύεται το θαύμα.

                  (Μιχάλης Γκανάς)



…μονάχα όταν τα χέρια μου σε χάνουν,
η πονεμένη φαντασία μου σε κερδίζει.

                        (Ντ. Χριστιανόπουλος ) 



Εγώ δεν έχω να σου δώσω τίποτα , είπες.
Τίποτα,
είναι τρύπια τα χέρια μου.
Ενώ
τον ουρανό που ήταν πάνω μου εσύ μου τον έφερνες.

Γιατ' είχες
εσύ τα χέρια σου γιομάτα.
Τόσο, που
μόλις εσήκωνες το βάρος.
Μόλις που μπορούσες
να ορίζεις το βήμα σου.

                              (Νικηφόρος Βρεττάκος) 




Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
Μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι' αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο
κι έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.

                        (Μαρία Πολυδούρη)



Γύρισε λοιπόν τα μάτια σου να κοιτάξω τον
ουρανό, δωσ’ μου τα χέρια σου να κρατήσω τη
ζωή μου.

                                       (Τάσος Λειβαδίτης)  



Πάρε τη λέξη μου, δώσε μου το χέρι σου.

                                    (Ανδρέας Εμπειρίκος)



 






Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

Δίχως τίτλο..., έτσι, για το απρόβλεπτο


Λένε ότι τα κεφάλαια της ζωής – ειδικά τα πιο σπουδαία -  δε χρειάζονται τίτλους, μια και η ουσία φυλάσσεται στο περιεχόμενο και την κατακλείδα τους. Ίσως έχουν δίκιο.


Ιδού, λοιπόν, μια άτιτλη δημιουργική απόπειρα...



Την βαθιά πρωτόγνωρη αλήθεια μου έφερα στο φως
μα δε με πίστεψες
Το «λάθος» χωρίς επιστροφή πρόωρα διέκρινες
μα δε σε άκουσα

Με το ένα πόδι στη γη και τ’ άλλο στ’ άστρα ήμουν
θαύμασες και τρόμαξες
Στο κάστρο σου ταμπουρώθηκες να προστατευτείς
χάθηκα στον στρόβιλο του συναισθήματος

Παράλογη η βουτιά μου στον χείμαρρο ενός ξένου εαυτού
άλλον επιθύμησες κι όχι αυτόν
Ξεσηκώθηκες μοναχά για εκείνον που ονειρεύτηκες
τον θόλωνα σαν πρόχειρα σβησμένη κιμωλία

Μέσα στη σκόνη του μαυροπίνακα ήταν εκεί παρέα
μα πια δε θέλησες να τον βρεις
Σιχτίρισες την ώρα και τη στιγμή, εμένα κι εσένα μαζί
μα ήσουν εσύ, ήμουν εγώ κι έτσι ήταν γραφτό να γίνει

Σου έδωσα χαρά και στην πήρα πίσω, τα χάλασα όλα, είπες
μα τα δανεικά δε σου ταιριάζουν
Μου έδωσες το σπάνιο και το πήρες πίσω
μα τα ημίμετρα δε μου ταιριάζουν

Πήρα θησαυρό ανεκτίμητης αξίας, φυλαχτό και δύναμη ζωής
μου τον πρόσφερες ηθελημένα κι αθέλητα
Πήρες πολλή αγάπη, τέτοια μοναδική, σαν των παραμυθιών
στην πρόσφερα μ’ απλοχεριά κι ανιδιοτέλεια

Είδα τις ομοιότητες, ίσως και σε απόσταση αναπνοής
ανησύχησες και μέσα σου συγχύστηκες
Είδες τις διαφορές να γεννούν το χάος και στάθηκες σ’ αυτές
δεν τις φοβήθηκα, γιατί ήσουν εσύ






Να πω δυο λόγια κι εγώ στους παραπάνω ταλαίπωρους φίλους, γιατί αλλιώς θα πάει μακριά η βαλίτσα και θ’ αρχίσουμε να βαριόμαστε...

Ας έχετε κατά νου, φίλοι μου, πως από τις αντιθέσεις πλάθονται οι πληρέστερες συνθέσεις. Μια τέτοια ένωση είναι αυτή που οδηγεί αλματωδώς στην εξέλιξη και των δύο μερών - το καθένα στον δικό του χρόνο. Είναι η ένωση που αλλάζει τον κόσμο τον δικό τους αλλά και των γύρω τους.

Και όπως λένε «Δεν υπάρχουν ομώνυμοι και ετερώνυμοι άνθρωποι. Υπάρχουν άνθρωποι που αγαπήθηκαν και άνθρωποι που δεν αγαπήθηκαν ποτέ».

Ειδικά, αν αγαπήσει κανείς, είναι τότε που γίνεται καλύτερος άνθρωπος.

Όλα τα άλλα είναι... (μπα, δε θα την πω τη λέξη).