Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2018

"Βρε τι μου θυμίζει; Τι μου θυμίζει;"


Κάνοντας μια συνηθισμένη "βόλτα" σε ένα από τα εκπαιδευτικά site, που επισκέπτομαι κατά καιρούς, βρήκα ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο για τους μαθητές μας εδώ στην Ελλάδα. Το παραθέτω στη συνέχεια, διότι περιλαμβάνει πολλά στοιχεία από όσα έχω παρατηρήσει τόσα χρόνια που υπηρετώ στον χώρο της εκπαίδευσης. 


 @ Το άρθρο είναι του Δημήτρη Τσιριγώτη, Φυσικού.


Μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα των Ελλήνων μαθητών

Όταν κανείς αποφασίσει να μιλήσει για τα γενικά χαρακτηριστικά ενός πληθυσμού ή μιας ομάδας ανθρώπων, αναγκαστικά θα πρέπει να μιλήσει για τον μέσο όρο. Φυσικά και υπάρχει ποικιλότητα, ειδικά δε όταν μιλάμε για συμπεριφορές και αντιλήψεις. Παρόλα αυτά προσωπικά θεωρώ ιδιαίτερα χρήσιμο να ασχοληθούμε με την κυρίαρχη τάση χαρακτηριστικών των Ελλήνων μαθητών ακόμα και αν υπάρχουν εξαιρέσεις.

Τα μειονεκτήματα
 
Πάντα φταίει κάποιος άλλος
Στην Ελλάδα στην περίπτωση που ένας εκπαιδευτικός κάνει παρατήρηση ή επίπληξη σε έναν μαθητή εκείνος ακολουθεί τα τρία επόμενα στάδια αντίδρασης προκειμένου να ρίξει αλλού τις ευθύνες που του αναλογούν.
Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα:
Έστω ότι ένας καθηγητής κατά την διάρκεια του μαθήματος απευθύνεται σε έναν μαθητή που μιλάει με τον διπλανό του και του λέει : «Γιώργο σταμάτα να μιλάς». Ο Γιώργος περνά στο 1ο Στάδιο (άρνηση- άμυνα) : «μα δεν μίλησα κύριε». Λέει ο καθηγητής: «αφού σε βλέπω εδώ και ώρα που μιλάς με το Δημήτρη». Ο Γιώργος σταδιακά κλιμακώνει την αντίδρασή του και περνά στο 2ο Στάδιο (μετάθεση ευθυνών- κέντρο) : «κύριε δεν φταίω εγώ, ο Δημήτρης μου μιλάει». Ο καθηγητής λιγάκι εκνευρισμένος απαντά: «Γιώργο, μην προσπαθείς να ρίξεις την ευθύνη αλλού». Τότε είναι που ο Γιώργος περνά στο 3ο τελικό στάδιο(επίθεση) που έχει σκοπό να στριμώξει τον καθηγητή: «Γιατί κύριε, μόνο εμείς μιλάμε εδώ μέσα; Και άλλοι μιλάνε».
Η μετάφραση αυτής της πρότασης είναι η εξής: «αφενός μας έχετε βάλει στο μάτι και αφετέρου έχετε χάσει τον έλεγχο της τάξης σας άρα εσείς φταίτε που εγώ μιλάω». Εννοείται βέβαια ότι ο καθηγητής νιώθει πεσμένος στο καναβάτσο.
Οι Έλληνες μαθητές λοιπόν παρουσιάζουν αδυναμία ανάληψης ευθυνών. Ακόμα και στις πιο εξόφθαλμες περιπτώσεις η τάση που έχουν είναι η μετάθεση ευθυνών. Βέβαια τέτοιου είδους συμπεριφορές των μαθητών δεν είναι αυτοδίδακτες, τις έχουν αντιγράψει από τις συμπεριφορές ημών των ενηλίκων που δεν φημιζόμαστε για την ανάληψη της ευθύνης που μας αναλογεί και που το να κατηγορούμε για τα πάντα τους άλλους είναι κάτι σαν εθνικό σπορ.

Αδυναμία λειτουργίας εκτός πλαισίου
Οι Έλληνες μαθητές παρουσιάζουν, στην πλειοψηφία, τους έλλειμμα αυτοελέγχου. Ας αναφέρουμε παραδείγματα καταστάσεων που απαιτούν αυτοέλεγχο:1) Είναι κακοί ακροατές και θεατές. Δεν μπορούν να επιβληθούν εύκολα στον εαυτό τους για να παρακολουθήσουν π.χ μια ομιλία ή μια θεατρική παράσταση.2) Τους είναι πολύ δύσκολο να διαχειριστούν την ίδια τους την χαρά. Η χαρά τους μεταφράζεται αμέσως σε μια μη δημιουργική υπερένταση και μια κατάσταση εκτός ελέγχου.3) Εκεί που δυσκολεύονται περισσότερο είναι στη διαχείριση της ελευθερίας τους. Τότε αρχικά σαστίζουν, βραχυκυκλώνουν και τελικά φτάνουν στο σημείο να ζητήσουν από τον εκπαιδευτικό να τους πει τι να κάνουν, στην ουσία προσκαλώντας τον να τους απαλλάξει από την βασανιστική ελευθερία που τους είχε παραχωρήσει. Τα παιδιά έχουν μάθει να λειτουργούν μέσα στο πλαίσιο της τάξης τους και να ακολουθούν τις εντολές. Όταν καλούνται εκείνα να αυτενεργήσουν και να αναλάβουν την ευθύνη του εαυτού τους, αποσυντονίζονται και νιώθουν «ψάρια έξω από τα νερά τους». Ένα είδος ιδρυματισμού δηλαδή.

Αυξημένο άγχος επίδοσης
Δυστυχώς τα ελληνόπουλα κουβαλάνε δυσθεώρητο βάρος στους μικρούς τους ώμους: το άγχος και τα όνειρα ολόκληρης της οικογένειάς τους. Και πώς να πείσεις τους γονείς να το αλλάξουν αυτό όταν το έχουν τακτοποιήσει μέσα τους ως νοιάξιμο και θυσία για το παιδί τους; Το άγχος της επίδοσης, εκτός από την ψυχολογική επιβάρυνση των μαθητών, εκφράζεται με ανταγωνιστικότητα και βαθμοθηρία.

Δεν αντέχουν να μην είναι το επίκεντρο
Οι Έλληνες μαθητές επιθυμούν διακαώς να είναι το επίκεντρο του εκπαιδευτικού τους. Μάλιστα η φασαρία που κάνουν πολλοί μαθητές τις περισσότερες φορές είναι ένας τρόπος διεκδίκησης αυτού του επικέντρου. Το θέμα είναι πως θα μάθουμε τους μαθητές να διεκδικούν το επίκεντρο με θετικό τρόπο και παράλληλα πώς να αντέχουν τις στιγμές που εκείνοι δεν βρίσκονται στο επίκεντρο. Μέχρι όμως να συμβεί κάτι τέτοιο εμείς οι εκπαιδευτικοί καλού κακού ας μοιράζουμε την προσοχή μας σε όλους τους μαθητές μας και όχι μόνο σε λίγους και εκλεκτούς.

Μεγάλη αδυναμία συγκέντρωσης
Είναι εντυπωσιακό πόσο εύκολα μπορεί να διασπαστεί η προσοχή των Ελλήνων μαθητών. Με οποιαδήποτε μικρή αφορμή μπορεί να χαθεί η επαφή με το μάθημα. Πόσο μάλλον όταν οι μαθητές πρέπει συνήθως σχεδόν ακίνητοι να παρακολουθούν έναν και μοναδικό άνθρωπο(εκπαιδευτικό) για τουλάχιστον μια ώρα που επιπλέον απαιτεί από αυτά απόλυτη συγκέντρωση. Όσοι από εσάς είστε εκπαιδευτικοί σίγουρα θα έχετε νιώσει κάποιες φορές λιγότερο ασήμαντοι για τα παιδιά ακόμα και από ένα έντομο όταν τα βλέπετε να το κοιτάνε με τέτοιο ενδιαφέρον με το οποίο εσάς ποτέ δεν έχουν κοιτάξει. Η πικρή αλήθεια είναι ότι οι μαθητές ψάχνουν ακόμα και μια ασήμαντη αφορμή για να στρέψουν αλλού το βλέμμα. Το χειρότερο είναι ότι ακόμα και αν διατηρούμε βλεμματική επαφή μαζί τους, ποτέ δεν είμαστε σίγουροι τι υπάρχει πίσω από το βλέμμα.

Δεν επιχειρηματολογούν σωστά
Προσωπικά χαίρομαι όταν σε αντιπαραθέσεις μου με τους μαθητές συμβαίνει αυτό που λαϊκά λέμε: «να με κολλήσουν στον τοίχο». Το πρόβλημα είναι ότι αυτό έχει συμβεί ελάχιστες φορές μέχρι σήμερα και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι Έλληνες μαθητές δεν έχουν μάθει να επιχειρηματολογούν σωστά για να στηρίξουν αυτά που ισχυρίζονται. Τα επιχειρήματά τους συνήθως χαρακτηρίζονται από περιπτωσιολογία, από αυθαιρεσία, από λογικά άλματα, από εσωστρέφεια, από συναισθηματισμό και από μπόλικη γκρίνια. Για αυτή τους βέβαια την αδυναμία δεν ευθύνονται οι ίδιοι οι μαθητές αλλά εμείς οι ενήλικες που τρέχουμε πάντα να καθαρίσουμε για εκείνους. Αντί να τους αφήνουμε να μάθουν να διεκδικούν το δίκιο τους εμείς θεωρούμε αυτό το δίκιο δεδομένο και μετατρεπόμαστε σε υπερασπιστές τους, πολλές μάλιστα φορές με επιθετικό τρόπο.



Τα πλεονεκτήματα

Είμαι πεπεισμένος ότι αν εστιάσουμε στα θετικά χαρακτηριστικά των Ελλήνων μαθητών μπορούμε εξαλείψουμε σταδιακά τα αρνητικά χαρακτηριστικά τους, για αυτό και κατά την αναφορά των θετικών χαρακτηριστικών των μαθητών θα παραθέτω και τρόπους εκμετάλλευσης αυτών.


Λατρεύουν την αφήγηση
Προσωπικά έχω δοκιμάσει τα πάντα για να διατηρώ ζωντανό το ενδιαφέρον των μαθητών μου για το μάθημά. Τι χρήση οπτικοακουστικών μέσων, τι power point, τι βίντεο, τι πειράματα, τι μαθητοκεντρικές μεθόδους διδασκαλίας, τι βιωματικές μεθόδους.
Αυτό όμως που έχω διαπιστώσει ότι με διαφορά ανοίγει τους διαύλους επικοινωνίας των μαθητών και πέφτει εκείνη η περίεργη σιωπή στην τάξη, όπου ακόμα και ο πιο αδιάφορος μαθητής σηκώνει το βλέμμα και κρέμεται από τα χείλη σου είναι η αφήγηση. Δεν υπάρχει κάτι που να συγκινεί περισσότερο τους μαθητές από μια καλή αφήγηση.
Μπορεί να λέμε ότι μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις αλλά η αφήγηση μπορεί να περιέχει πάρα πολλές εικόνες. Η αφήγηση μπορεί να βγάζει τους μαθητές από τον εαυτό τους, να τους παίρνει μαζί της. Το να κτυπάει το κουδούνι για διάλλειμα και όχι μόνο να μην πετάγονται σαν ελατήρια οι μαθητές αλλά να σε παρακαλάνε να συνεχίσεις μόνο με την αφήγηση το έχω δει να συντελείται.
Όταν βέβαια λέω αφήγηση δεν εννοώ αφήγηση μιας ιστορίας άσχετης από το μάθημα, αλλά το να αφηγηθείς το μάθημα στους μαθητές σαν να είναι μια ωραία ιστορία ή ένα παραμύθι. Για να κρατηθεί τεταμένο το ενδιαφέρον απαιτείται έντονη παραστατικότητα και θεατρικότητα. Προϋποθέτει από τον εκπαιδευτικό να είναι διατεθειμένος να τσαλακώσει την εικόνα του.
Να γίνει θεατρίνος, παραμυθάς και πάρει το ρίσκο της έκθεσης. Καταρχάς χρειάζεται να αλλάζει συνεχώς την ένταση, το ηχόχρωμα και το ρυθμό της φωνής του. Να χρησιμοποιεί τις εκφράσεις του προσώπου του και τις χειρονομίες. Να χρησιμοποιεί παύσεις και σιωπές για να δημιουργεί δραματική ένταση. Το πιο βασικό βέβαια για να σε πιστέψει το ακροατήριο είναι να το πιστεύεις ο ίδιος.
Φυσικά δεν χρειάζεται ολόκληρο το μάθημα να γίνεται με αφήγηση αλλά ακόμα και μικρά μέρη του, πράγμα που θα δίνει τις απαραίτητες ανάσες στους μαθητές ώστε να αντέχουν και κείνα τα μέρη της κλασσικής παράδοσης αφού, κακά τα ψέματα, δεν μπορούμε όλα να τα κάνουμε αφηγηματικά για τους μαθητές.

Είναι συναισθηματικοί
Μην σας ξεγελά το αδιάφορο ύφος των περισσότερων μαθητών. Αν τους μιλήσετε συναισθηματικά και αισθανθούν ότι εννοείτε όσα τους λέτε αμέσως ανταποκρίνονται. Βασική προϋπόθεση λοιπόν να μην τους λέμε ψέματα και να εννοούμε αυτά που τους λέμε. Μιλήστε τους για το πάθος σας για την διδασκαλία, για τις προσδοκίες που έχετε από εκείνους, για την αξία της γνώσης, για το πόσο πιστεύετε σε αυτούς.
Πείτε τους τι σας στεναχωρεί από αυτά που κάνουν, τι σας χαροποιεί. Αν νιώσουν ότι είναι σημαντικοί για εσάς θα αισθανθούν και εσάς ως σημαντικό για εκείνα. Ο απόμακρος εκπαιδευτικός ο οποίος είναι καθισμένος στην θρόνο του, που κρύβει την ανθρώπινη υπόστασή του και που φοβάται να σχετιστεί μαζί τους δεν είναι ο εκπαιδευτικός που προτιμούν. Εξάλλου μην ξεχνάμε ότι βασικός μοχλός της εκπαιδευτικής διαδικασίας είναι η σχέση εκπαιδευτικού –μαθητών, αλλά χωρίς ανταλλαγή συναισθημάτων κανένα είδος σχέσης δεν ευδοκιμεί.
Ενεργοποιούνται όταν νιώθουν ασφάλεια και αποδοχή
Μπορεί οι Έλληνες μαθητές να δίνουν την εντύπωση ότι δεν θέλουν πολλά πολλά και ότι είναι στον κόσμο τους αλλά το μόνο που χρειάζεται είναι ένα θέμα που νιώθουν ότι τους αφορά για να ανοιχτούν και να γίνουν χείμαρροι επικοινωνίας. Κλειστοί γίνονται όταν νιώθουν ότι βρίσκονται κάτω από το μικροσκόπιο της αξιολόγησής τους, όταν όμως νιώθουν ασφάλεια και αποδοχή γίνονται ιδιαίτερα περιγραφικοί για θέματα που τους αρέσουν.
Τα θέματα βέβαια που τους αρέσει να περιγράφουν είναι κυρίως τα καθημερινά προσωπικά τους βιώματα, δηλαδή πράγματα που τους έχουν κάνει εντύπωση. Το στοίχημα είναι πως θα αυτή τους την ορμή θα την στρέψουμε και προς τα μαθήματα. Αυτό θα συμβεί μόνο φυσικά και αν και τα μαθήματα τους κάνουν εντύπωση. Δύσκολο να κερδηθεί αυτό το στοίχημα.

Τους αρέσει το χιούμορ και το πείραγμα
Οι Έλληνες μαθητές αντιδρούν πολύ θερμά στο χιούμορ του εκπαιδευτικού. Επίσης όχι μόνο δεν παρεξηγούνται στο πείραγμα ενός εκπαιδευτικού αλλά το επιδιώκουν και από πάνω δηλαδή σε προκαλούν να τους πειράξεις. Καλό θα είναι λοιπόν ο εκπαιδευτικός να διανθίζει το μάθημά του με χιούμορ και πειράγματα ώστε να δημιουργεί ευχάριστο ψυχολογικό κλίμα για το μάθημα. Ο μοναδικός κίνδυνος που ελλοχεύει είναι ότι μετά από κάθε ατάκα του εκπαιδευτικού όλοι οι μαθητές, ο ένας μετά τον άλλον, να θέλουν να πούνε από κάτι και να μην μαζεύονται με τίποτα.

Τι μου θυμίζει; Τι μου θυμίζει;
Κατά την διάρκεια της συγγραφής αυτού του κειμένου με θέμα τα χαρακτηριστικά των Ελλήνων μαθητών συνειδητοποιούσα όλο και περισσότερο ότι λίγα πράγματα θα άλλαζα αν το θέμα ήταν τα χαρακτηριστικά των Ελλήνων ενηλίκων. Πού οφείλεται άραγε αυτή η ομοιότητα μικρών-μεγάλων;
Στην αρχή σκέφτηκα ότι είναι λογικό τα παιδιά να αντιγράφουν συμπεριφορές ενηλίκων, αφού οι γονείς τους και οι εκπαιδευτικοί τους θεωρούν και πλασάρουν τους εαυτούς τους ως πρότυπα για τα παιδιά τους. Μετά όμως κατέληξα ότι μάλλον κάτι άλλο συμβαίνει: εμείς οι Έλληνες επί της ουσίας ποτέ δεν μεγαλώνουμε.
Αναρωτιέμαι μάλιστα μήπως την περίφημη φράση του ο Φρόυντ: «το παιδί είναι ο γονέας του ενηλίκου» την είπε σε περίοδο που πολλοί θεραπευόμενοί του ήταν Έλληνες οι οποίοι κόντεψαν να τον τρελάνουν.

                                                        Πηγή: ipaideia








Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2018

"Forever trusting who we are"


"So close, no matter how far
Couldn't be much more from the heart
Forever trusting who we are
And nothing else matters
 
Never opened myself this way
Life is ours, we live it our way
All these words I don't just say
And nothing else matters
 
Trust I seek and I find in you
Every day for us something new
Open mind for a different view
And nothing else matters
 
Never cared for what they do
Never cared for what they know
But I know"
 
 
 
 
"Open mind for a different view
And nothing else matters"
 
 
 
 
 
 

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2018

Ένας προβληματισμός προς συζήτηση



Ακολουθεί ένας προβληματισμός, ο οποίος προήλθε για ακόμη μία φορά από μια συζήτηση που είχα τις τελευταίες ημέρες εκτός διαδικτύου.

Συχνά, είτε εδώ στον χώρο των ιστολόγιων είτε σε δια ζώσης συνομιλίες, μιλώντας για διάφορα θέματα υποστηρίζουμε την άποψή μας με πάθος, πιστεύοντας ότι είναι η ορθότερη, πως εμείς σκεπτόμαστε ή πράττουμε καλύτερα από τους άλλους, αισθανόμαστε μάλιστα πως η στάση μας μπαίνει στο απυρόβλητο σε αντιδιαστολή με πολλών άλλων. Ίσως θεωρούμε τους εαυτούς μας θεούς. Μοιάζει να λειτουργούμε ναρκισσιστικά και εντελώς εγωιστικά.

Είναι όμως έτσι;
Θα έλεγα πως, ναι, συμβαίνει, χωρίς όμως να αποτελεί και κανόνα.
Αυτό φαίνεται πολύ έντονα στις περιπτώσεις που αναφερόμαστε σε καταστάσεις, συμπεριφορές ή τρόπους λειτουργίας των ανθρώπων με τις οποίες δε συμφωνούμε καθόλου, δεν ταιριάζουν στη δική μας φιλοσοφία ή εν πάση περιπτώσει σε όσα νομίζουμε ότι είναι αρνητικές όψεις της ανθρώπινης φύσης που εμποδίζουν την εξέλιξή της. Τότε εμφανίζουμε σε όσους δε μας γνωρίζουν καλά ένα πρόσωπο του κυρίου Τέλειου ή της κυρίας Τέλειας, όπου τα ξέρει όλα, έχει διαμορφώσει την ιδανική προσωπικότητα και περιμένει τα χειροκροτήματα, τα «μπράβο», τις επευφημίες και γενικότερα τον θαυμασμό των άλλων. 
Μπορεί πράγματι να είναι έτσι σε μια πρώτη ματιά.

Κι αν σκοπός μας μέσα από αυτό τελικά δεν είναι η προβολή μας και η αναγνώριση, όμως θέλουμε απλά να πούμε την άποψή μας, η οποία υπάρχει πιθανότητα να φανεί χρήσιμη;
Πώς αλλιώς να γίνει;

Να μην εκφράσουμε όσα πιστεύουμε, για να μην ενοχλήσουμε κάποιους ή μήπως μας παρεξηγήσουν;
Είναι δυνατόν να είναι εξάλλου κανείς τέλειος, να μην κάνει λάθη, να μην έχει αδυναμίες (όποιος βλέπει τον εαυτό του τέλειο, μάλλον μπορεί να περιμένει τον ουρανό στην κεφαλή του);
Εντούτοις, ίσως έχει επιτύχει πολλά, ενώ άλλα τον ταλαιπωρούν ακόμη ή κάποια δεν τα έχει προσέξει καν. Μπορεί να είναι επίσης αποτελεσματικός εκεί που άλλοι δεν είναι και το αντίστροφο.
Το πιο σπουδαίο και ωφέλιμο για τον ίδιο και τους άλλους είναι να αναγνωρίζει και να παραδέχεται τα σφάλματα, τις αδυναμίες και τις ελλείψεις του – κι ας χρειαστεί αρκετό χρόνο γι’ αυτό, διότι μόνο τότε θα αφυπνιστεί για την πορεία του προς τη βελτίωσή του.


Κάποιες φορές, ειδικά στα ιστολόγια γράφουμε για θέματα ή χαρακτηριστικά της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, τα οποία δεν μας αρέσουν και τα εντοπίζουμε, προκειμένου να γίνουν αντικείμενο συζήτησης. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν αφορούν προσωπικά και τον γράφοντα, καθώς υπάρχει, ας μην ξεχνάμε, και ο αυτοσαρκασμός.
Για παράδειγμα, στην ανάρτηση «Οι τοίχοι τα έβαλαν μαζί μου;- Α΄ μέρος» (κλικ) γίνεται αναφορά στους ανθρώπους – «τοίχους», που δεν εννοούν να σκεφτούν τι τους λέει ο συνομιλητής τους με καθαρό μυαλό και επιμένουν στη δική τους άποψη σχεδόν ασυζητητί. Τους λόγους για τους οποίους πιθανόν συμβαίνει αυτό τους παραθέτω εκεί. Ενώ έγραφα γενικά και αόριστα για τη συγκεκριμένη στάση κάποιων ανθρώπων, δεν εξαιρούσα τον εαυτό μου, αφού είμαι κι εγώ «καλό» παιδί..., εξαιτίας του πείσματος και της ξεροκεφαλιάς μου (όταν με πιάνει...) – κάτι που μου έχει βγει σε καλό αλλά πολλάκις σε κακό!
Και για να γελάσουμε... τι κριάρι θα ήμουν, αν δεν κουτουλούσα ξανά και ξανά το κεφάλι μου στον τοίχο μέχρι να παραζαλιστώ και να αποχωρήσω;

Κλείνοντας, θα σημείωνα πως οτιδήποτε κι αν λέμε ή γράφουμε έτσι κι αλλιώς κρίνεται από άτομα που είναι εντελώς διαφορετικές προσωπικότητες, οπότε από αυτούς έχουμε τη δυνατότητα να λάβουμε και τα κατάλληλα μαθήματα, αρκεί να έχουμε μάτια κι αυτιά ανοιχτά.







Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2018

Η διάθεση στο μαύρο, black, noir, nero...


Ο λόγος περί μαύρου.
Όταν είναι κανείς στις "μαύρες" του, τα "βάφει όλα μαύρα", αφού του φαίνονται όλα "μαύρα κι άραχνα", όπως είναι μέσα στην καρδιά του. 
"Μαύρη μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα" λέγανε και δεν είχαν άδικο, γιατί αν αρχίσει να ρέει τούτο το χρώμα στη σκέψη, πλημμυρίζει σιγά-σιγά όλο το σώμα κι έρχεται και στέκεται μαύρος μπάστακας στην αριστερή μεριά του στήθους, όπου και κάνει κατάληψη. "Ουφ και ουφ", για να ανασάνει, αλλά πού;
Τον μαύρο σκασμό δε λέει να βγάλει!

Μα "μαύρισε η ψυχή μου" ακούγεται συνήθως, όταν έρχεται ένα άσχημο νέο, συμβεί κάτι κακό ή σαν υπάρχει μια χρόνια ταλαιπωρία πάσης φύσεως.
Αν κάποιος αφεθεί σ' αυτό το στάσιμο (εκείνο της αρχαίας τραγωδίας), "μαύρα μάτια κάνει" για να δει άλλα φωτεινά χρώματα να λάμπουν γύρω του και ν' απαλύνουν την ψυχή του. Ας μην ξεχνάμε ότι το μαύρο εγκλωβίζει. Είναι σαν τη μαύρη τρύπα στο σύμπαν... Ακόμα και σαν "χρώμα" απορροφά όλες τις ακτινοβολίες.
Έβαλα σε εισαγωγικά τη λέξη χρώμα όσον αφορά στο μαύρο, διότι το μαύρο δεν είναι χρώμα μα έλλειψη χρώματος...

Έτσι, όταν λέμε, όπως κι εγώ, ότι μας αρέσει το μαύρο χρώμα, ίσως θα πρέπει να το ξανασκεφτούμε...!
Πάντα μου άρεσε αυτό το "χρώμα", ναι αυτό με την "έλλειψη", ειδικά στα ρούχα και ίσως κάτι να σημαίνει αυτή η προτίμηση... Παλιότερα το φορούσα πολύ περισσότερο, μάλιστα ως σύνολο στην εμφάνιση. Εκεί που το αρνήθηκα ήταν σε περίοδο πένθους, αφού δεν μπορεί να φορά κανείς το αγαπημένο του χρώμα σε μια περίοδο όπου είναι "μαύρη" η ψυχή του, αλλά κι επειδή του το επιβάλλει η κοινωνία μέσα από τα ήθη και τις παραδόσεις της. Αρκεί που του επιβλήθηκε η απώλεια.

Είναι ανάγκη, λοιπόν, για να μην "φάει κανέναν το μαύρο χώμα" πρόωρα, να έχει τη γνώση τού πότε θα βάλει φρένο στο "μαύρο φίδι" που "τρώει" την ψυχή.
Πώς θα γίνει αυτό;
Μα φυσικά ρίχνοντας "μαύρο στον Μαυρογιαλούρο" (δεν ξέρω ποιος είναι αυτός... μάλλον ο Κωνσταντάρας, αν θυμάμαι καλά), που ενοχλεί τα σωθικά του!



@ Λίγο "μαύρο" χιούμορ είναι απαραίτητο, προκειμένου να διακωμωδούμε κάθε βαριά διάθεση ή άσχημη κατάσταση που μας συμβαίνει!
Η έμπνευση για τούτο ήρθε από τη μουσική και λίγο από τη διάθεση που είναι κάπως στο μαύρο ή στο black, noir, nero (όπως λένε στα χωριά τους και οι "ενωμένοι" κάτοικοι αυτής της "ενωμένης" ηπείρου)...