Κυριακή 29 Ιουλίου 2018

Μια αγκαλιά άραγε πόσο κοστίζει;


Ο τίτλος θέτει ένα καλό ερώτημα, το οποίο μπορεί να λάβει δύο εκ διαμέτρου αντίθετες απαντήσεις. Η μία θα μπορούσε να είναι: "Μια αγκαλιά δεν κοστίζει τίποτα.", όμως ν' αξίζει πολλά, πάρα πολλά. Και η άλλη θα μπορούσε να λέει: "Κοστίζει πολλά, πάρα πολλά.", όμως γι' αυτόν που απαντά κατά αυτόν τον τρόπο να μην αξίζει τίποτα.


Πάλι παίζω με τις λέξεις...
Μια αγκαλιά - κάθε είδους - είναι πολύτιμη και το άρθρο που παραθέτω με τον τίτλο του μόνο, το αιτιολογεί. 



 
 Μερικά μικρά αποσπάσματα από το παραπάνω άρθρο...

"Η γλώσσα του σώματος αποκτά την πλέον ζηλευτή και σαφή  έκφρασή της στο αγκάλιασμα μεταξύ των ανθρώπων, που πολύ συχνά συνεπάγεται και αγκάλιασμα μεταξύ των ψυχών." 


"Είναι μερικές φορές που μια αγκαλιά μπορεί να πει τα πάντα μιας και οι λέξεις είναι ό,τι ακριβώς δεν χρειαζόμαστε κάποιες στιγμές." 


 "Όσο οι άνθρωποι μπορούν να αγκαλιάζονται, κανείς δεν θα είναι μόνος του!"


Το ίδιο όμως και τα ζώα... 



Θα πρόσθετα σε όσα λέει το άρθρο πως η αγκαλιά είναι μια νίκη. Μια νίκη του ανθρώπου απέναντι στο "Εγώ"...



Πάμε για μουσική, λίγο επική, όπως επική επίσης μπορεί να είναι μια αγκαλιά...





Κυριακή 15 Ιουλίου 2018

Μικρή εξομολόγηση στη μητέρα


Καλημέρα, μαμά!
Ήρθα σε τούτο τον κόσμο χωρίς να το επιλέξω, επειδή έτσι συνέβη. Πάτησα στα δυο μου ποδαράκια κι αισθάνθηκα αρχικά έναν κάποιο φόβο μα συνάμα και μια ανείπωτη λαχτάρα να κατακτήσω τον κόσμο που ανοιγόταν γιομάτος προκλήσεις μπροστά μου. Ήμουν ένας μικρός ήρωας για τα δικά μου και μόνο μάτια. Καθώς ψήλωναν τα ποδαράκια μου και τρεφόταν αχόρταγα το μυαλουδάκι μου με γνώσεις, εμπειρίες και με τα πολύτιμα μυστικά της ζωής πίστευα ότι το καλό έχει τη δύναμη να βγει νικητής έναντι του κακού σε κάθε περίπτωση. Μέσα στο ονειρικό σύννεφο της νεανικής αφέλειας ένιωθα βαθιά στην ψυχή μου, σαν ένα κράμα Δον Κιχώτη και Ρομπέν των Δασών, πως αν κανείς βάλει τα δυνατά του θ’ αλλάξει ρότα ο ντουνιάς.

Αμ δε! Για να καταστεί πραγματικότητα ετούτο, απαιτεί την ύπαρξη ενός γενναίου καπετάνιου, ενός δυνατού τιμονιέρη κι ενός πρόθυμου πληρώματος. Τρίχες, δηλαδή!

Σε κοιτάζω στα μάτια, μαμά, κι αναλογίζομαι, κάνοντας μια αναδρομή στο παρελθόν, τι έχουμε βιώσει σ’ αυτό το ταξίδι που χαρτογραφήθηκε για εμάς και διαπιστώνω ότι ο άνθρωπος έχει πολλή δύναμη μέσα του. Όταν η ζωή σε καλεί, σε προκαλεί αν θες, δεν κάθεσαι να μετρήσεις τίποτε, αλλά βουτάς, παλεύεις με τα κύματα, δίχως να κοιτάξεις πίσω κι όπου σε βγάλει. Έρχεται όμως η ώρα που κάπου θα βρεθεί το απάγκιο μες στην ψυχή να σταθεί και να ρίξει μια ματιά προσεχτική σε όλη τη διαδρομή εκεί δα πίσω...

Δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ίσως, μαμά, τι έχουμε κάνει, ούτε πώς αντέξαμε στις απανωτές «κατραπακιές» ούτε πόσο περήφανα κι ακέραια τις αντιμετωπίσαμε ούτε πόσα προσφέραμε από την καρδιά μας στους άλλους ούτε το κόστος που είχαν όλα αυτά. Πράτταμε και προχωρούσαμε στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα μιας καλύτερης επόμενης μέρας. Έτσι, ως άλλοι Δον Κιχώτες και Ρομπέν των Δασών, διότι ό,τι καταγράφεται μέσα μας από τα παιδικά μας χρόνια, είναι κι αυτό που μας οδηγεί πάντα. Σίγουρα δεν είμαστε οι μόνοι σε τούτη τη γη κι ούτε σηκώνουμε την παντιέρα της μοναδικότητας, όμως, να, τώρα θέλω να πω για εμάς, ίσως εκφράζοντας και πολλούς άλλους. Ο καθένας, εξάλλου, έχει να διηγηθεί το δικό του ξεχωριστό ταξίδι, το οποίο τελικά έχει μερικούς κοινούς σταθμούς με πολλών ανθρώπων ακόμα.

Αναρωτηθήκαμε, άραγε ποτέ, σε τι αξίζει να δίνουμε περισσότερη σημασία; Αξίζει, αλήθεια, για παράδειγμα, να στενοχωριέται ή και χειρότερα να συγκρούεται κανείς για το ποια θέση θα έχουν τα πράγματα στο ψυγείο, για το αν το φαγητό της ημέρας θα είναι φασολάκια ή κοτόπουλο με πατάτες και για πόσα άλλα τέτοια; Όχι, για μένα δεν αξίζει. Έπειτα από μια δύσκολη διαδρομή έχεις γίνει πιο σοφός και δεν επιτρέπεις να σε καταβροχθίσει η ταπεινή και μίζερη καθημερινότητα - αν και μίζερη την μετατρέπουμε εμείς οι ίδιοι με τη στάση μας απέναντι στις απαιτήσεις της. Δυστυχώς, δεν ισχύει για όλους αυτή η οπτική, πιθανόν γιατί έχουν το ανικανοποίητο ή θεωρούν ότι η ζωή τους τα χρωστά όλα. Είναι ανάγκη ο άνθρωπος να επιδείξει ταπεινότητα, ευγνωμοσύνη για όσα του δόθηκαν ή κατέκτησε με την αξία του και σοφία, μια και μόνο τότε θα νιώσει στιγμές βαθιάς ευτυχίας και πληρότητας. Αξίζει να ανοίξει την καρδιά του, προκειμένου να έρθει όλος ο πλούτος, τέτοιος που δεν θα πιστεύει στα μάτια του.

Τα λέω όλα αυτά, μαμά, αφού τα έχω κάνει πράξη σε μεγάλο βαθμό και δεν μετανιώνω ούτε στιγμή, όμως ακόμα δεν έχω καταφέρει κάτι, που με ακολουθεί από την εφηβεία μου. Όταν συμβαίνει κάτι για το οποίο θα έπρεπε να χαρώ με την ψυχή μου και να το δείξω, πάντα κάτι με κρατά και δεν το κάνω. Ίσως γιατί πάντα φοβόμουν μην το χάσω ή ενδόμυχα γνώριζα ότι η ζωή δεν μας χωράει όλους. Πάντα ο φόβος της απώλειας. Πίστευα ότι αν πετάξω από την χαρά μου, θα μου φύγει μέσα από τα χέρια ό,τι μου την έφερε. Θέλει λίγη γενναιότητα, για να χαρεί κανείς κι εγώ μάλλον στην χαρά δεν ήμουν και πολύ γενναία.

Είχα μια λύπη από παιδί, καθώς τα έβλεπα και τα αισθανόμουν όλα, όσα συνέβαιναν στο κόσμο και γύρω μου, και τα έπαιρνα πολύ σοβαρά – μάλλον περισσότερο από αρκετούς συνομηλίκους μου, γι’ αυτό κι ήθελα πάντα να την κοιμίζω, μα συχνά ήταν κομματάκι δύσκολο.

Τώρα πια κατάλαβα, μαμά μου, ότι η ζωή θέλει ψυχική απλωσιά και λίγη τρέλα, όπως έλεγε και ο Καζαντζάκης:
«Βάρα, μωρέ, μη φοβάσαι»
«Κάνε τη στιγμή αιωνιότητα».
Κι είχε δίκιο, αφού σίγουρα θα κερδίσεις περισσότερα από όσα θα χάσεις...

Αυτά τα λίγα είχα να σου εξομολογηθώ. Όπως πάντα μερικές ακόμα σκόρπιες σκέψεις... από εκείνες που κουβεντιάζουμε πότε - πότε. Για σένα δεν ξέρω πότε θα γράψω κάτι, καθώς είσαι το βαρύ φορτίο μου, αλλά παράλληλα το παράδειγμα δύναμης και αντοχής, το παράδειγμα του μαχητή, όπως πολλοί άνθρωποι της δικής σου γενιάς.






Δευτέρα 2 Ιουλίου 2018

Η δύναμη που έχουν όσοι ονειρεύονται


«Ποιος είσαι;» ρώτησε ο γέρος.
«Από το πρωί σε πήρε το μάτι μου να στέκεις εκεί δα, ασάλευτος. Ποτέ δε σ’ έχω δει στα μέρη μας. Τι σ’ έφερε ως εδώ;»
«Έρχομαι από μακριά. Ψάχνω να βρω ποιος είμαι».
Γέλασε ο γέρος κι είπε καλόκαρδα:
«Όλοι αυτό ψάχνουμε, αλλά εύκολο είναι, νομίζεις; Γέρασα κι ακόμα δεν το ξέρω. Ξεπουλάω όνειρα κι εφιάλτες, το πιστεύεις; Μόνο και μόνο για να μην πεθάνω από την πείνα και το κρύο. Νιώθω τόσο ανήμπορος που ούτε τον πάγκο μου δεν μπορώ να σηκώσω».
Το αγόρι, χωρίς μιλιά, πήρε τον πάγκο του πουλητή και τον έβαλε στον ώμο.
«Σ’ ακολουθώ» του είπε.
[...]
«Την ευχή μου να ’χεις, γιε μου. Θέλεις κι εσύ ένα όνειρο; Όλο και κάτι μου ’χει περισσέψει».
«Σ’ ευχαριστώ, αλλά δεν το πιστεύω πως αγοράζονται ή χαρίζονται ή αρπάζονται τα όνειρα».
«Τότε, αν θέλεις, θα σου πω μια ιστορία που μοιάζει με όνειρο. Το μόνο που κυνήγησα σαν ήμουν νέος σαν κι εσένα, αλλά δεν έγινε δικό μου».
[...]
«... Θα ήθελα μόνο να μου πεις ποιο δρόμο να τραβήξω».
«Εγώ τράβηξα τον δρόμο των πολλών κι απάντησα ό,τι κι όλοι οι άλλοι. Ήτανε λάθος. Εσύ, όμως, γιε μου, πάρε τον δρόμο που σου λέει η καρδιά σου και πες τα λόγια που η ψυχή σου ξέρει». 



Ο γέροντας, όπως και πολλοί άλλοι, δεν είχε δώσει τη σωστή απάντηση κι έτσι έχασε το όνειρό του.
Ο νέος όμως έξω από την κλειστή πόρτα εκείνης της γυναίκας, είχε ήδη νιώσει ότι αυτή που αγαπούσε στα όνειρά του ήταν εκεί. Χάιδεψε την πόρτα, χαμογέλασε και στην ερώτησή της: «Ποιος είναι;» έδωσε την απάντηση, με την οποία η γυναίκα άνοιξε επιτέλους την πόρτα.

Άραγε ποια απάντηση έδιναν όλοι οι άλλοι και η πόρτα δεν άνοιγε; Ποια ήταν η δική του;

Τα παραπάνω μικρά αποσπάσματα προέρχονται από ένα τόσο δα (μικρό και λεπτό) λιλά βιβλιαράκι της πολυαγαπημένης μου παραμυθούς Λίλης Λαμπρέλλη, την οποία έχω παρουσιάσει κι άλλες φορές μέσα εδώ. Το μικρό αυτό παραμυθάκι, που διαβάζεται περίπου σε δέκα λεπτά και είναι μία πολύ καλή πρόταση για ένα πολύτιμο μικρό δωράκι, έχει τίτλο:
         «Αυτός που ξεπουλούσε όνειρα» Εκδ. Πατάκη


Όπως λέει και η ίδια, πρόκειται για "Ένα παραμύθι για την ομορφιά της ζωής παρά την ασχήμια στο παζάρι του κόσμου".








@ Για όσους ξεκινούν διακοπές εύχομαι καλές βουτιές και να επιτρέψουν στον εαυτό τους έστω για λίγο να ονειρευτεί, να ταξιδέψει ο νους και η ψυχή! Τα λέμε πάλι κάποια στιγμή...