Ας υποδεχτούμε τον τελευταίο μήνα της άνοιξης με ποίηση εκλεκτή, καθώς μόνο έτσι του ταιριάζει. Ένα ποίημα ολάνθιστο είναι η φύση, αφού οργιάζει και επαναστατεί, όπως οφείλει να κάνει και η ψυχή του ανθρώπου απέναντι σε κάθε βρωμιά και αδικία!
Ακολουθούν τέσσερις επιλογές μου (για ακόμη μία φορά) από το έργο του Κ. Καβάφη, Ποιήματα (1896 - 1918), Εκδ. Ίκαρος 1963 και μια σύντομη συνομιλία μαζί του...
Τείχη
Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κι υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·
διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
Α όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.
Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.
Ευφυέστατε μου ποιητή, μάς έκτισαν τα "τείχη", πράγματι ελαφρά κι εύκολα χωρίς κανέναν ενδοιασμό χωρίς καμιά ντροπή, όμως τους παραχωρήσαμε το δικαίωμα εμείς οι ίδιοι, οπότε...;
Τα παράθυρα
Σ’ αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ
μέρες βαριές, επάνω κάτω τριγυρνώ
για νά βρω τα παράθυρα. — Όταν ανοίξει
ένα παράθυρο θα ’ναι παρηγορία.—
Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ
να τά βρω. Και καλύτερα ίσως να μην τα βρω.
Ίσως το φως θα ’ναι μια νέα τυραννία.
Ποιός ξέρει τί καινούρια πράγματα θα δείξει.
Όταν ανοίξει ένα παράθυρο πάντα είναι παρηγοριά, αλλά δεν έχει καμία αξία αν φοβηθούμε όσα το φως θα φέρει μπροστά στα μάτια μας. Μόνο όταν γνωρίζουμε τι υπάρχει έξω από όσα καλύπτει το σκοτάδι, μπορούμε να βρούμε τον τρόπο για τη λύτρωση από την όποια "τυραννία ".
Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
Σα μια σειρά κεράκια αναμμένα –
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.
Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.
Δε θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κοιτάζω τ’ αναμμένα μου κεριά.
Δε θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει.
τι γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν.
μια μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης·
«Τώρα δυο χρόνια πέρασαν που γράφω
κ’ ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιον μου έργον είναι.
Aλλοίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω,
πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα·
κι απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι,
ποτέ δεν θ’ ανεβώ ο δυστυχισμένος.»
Είπ’ ο Θεόκριτος· «Aυτά τα λόγια
ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
νά’σαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμα σου νάσαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλι.
Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.

.gif)