" Κανείς δεν μπορεί να μπει στο ίδιο ποτάμι δύο φορές. " -
" Πόλεμος πατήρ πάντων " -
" ...τα εναντιόδρομα έχουν ενιαία φορά - από τα αντίθετα γεννιέται η ωραιότερη αρμονία " -
Ηράκλειτος
Μια μικρή κατάθεση σκέψεων (κι ας έχει υπάρξει σχετική άλλες φορές εδώ μέσα), έπειτα από μία ακόμη επανάληψη που είχα πρόσφατα από πολλά "Εγώ, εγώ, εγώ, εγώ...". Εκεί που αυτά τα "Εγώ" τα ξέρουν πάντα όλα και είναι σίγουρα, δίχως λάθος πουθενά. Και αφού είναι σε τέτοια "πλεονεκτική" θέση σε σχέση με τους άλλους, μπορούν και να τους χλευάσουν, για να αισθανθούν πως ψηλώνουν κανένα χιλιοστό παραπάνω.
Αυτό το "Εσύ, εσύ, εσύ, εσύ..." πάλι το ακούμε μόνο με τη συνοδεία του δείκτη παρατεταμένου και σπανίως σαν να μιλά το "Εγώ" μέσα από το "Εσύ". Δύσκολες ασκήσεις και μόνο για δυνατούς λύτες.
Οι άνθρωποι δεν έχουμε καταλάβει (κι όσοι το
έχουμε καταλάβει συχνά το λησμονούμε) - και πολλοί δεν πρόκειται ποτέ να το
καταλάβουν, πως είμαστε ένα "φτύσμα" στην αιωνιότητα, ενώ διατηρούμε την αυταπάτη
ότι είμαστε "κάποιοι" και πάντα σπουδαιότεροι από τους άλλους.
Κλεισμένοι πίσω από ένα τεράστιο "ΕΓΩ", το οποίο κατά βάθος μόνο φόβο δείχνει. Και ο εγωισμός φόβος είναι αν το
καλοσκεφτεί κανείς.
Φόβος να ανατρέψουμε αυτό που φανταζόμαστε εμείς ως τέλειο και
ιδανικό κάθε φορά ή γενικά την κοσμοθεωρία μας. Φόβος απέναντι στο άγνωστο, εκείνο που δεν έχουμε την τόλμη να το
πλησιάσουμε, να μπούμε στα "παπούτσια" του, φόβος να χαθεί η εικόνα που έχουμε
πλάσει για τον εαυτό μας, φόβος για τις άλλες πλευρές του εαυτού μας που δεν
έχουν βγει στο φως και μπορεί να βρουν διέξοδο, φόβος να χαθεί η ισορροπία του
μέσα μας, να ανατραπούν πολλά και να μην είμαστε σε θέση να την επαναφέρουμε,
να χάσουμε έστω και για λίγο τον έλεγχο αυτού που θεωρούμε ότι ορίζουμε.
Χάνοντας έτσι πολλά μα πάρα πολλά από την αληθινή ομορφιά και τη σοφία της
ζωής, την ομορφιά του εαυτού μας, φυσικά και των άλλων.
Μια επιπλέον διαπίστωση-υποσημείωση (σχετική - άσχετη)...
Και κάπου μέσα σε όλο αυτόν τον χορό των "Εγώ" η καλοσύνη αποτελεί ελάττωμα, μια κακή συνήθεια. Αυτός μάλιστα που την έχει ορίζεται ως αγαθοβιόλης ή ύποπτος ή και εξωγήινος ακόμα, οπότε καταλήγει να βλάπτει σοβαρά την υγεία του, σαν το τσιγάρο ένα πράγμα.
- "Βααγγελίστρα μου"! Πού ζεις εσύ; Παραδέξου επιτέλους, παιδί μου, ότι γίνεται της εταίρας το κάγκελο εδώ μέσα! Α, και... "ξέερεις από βέσπα"; Γιατί μπορεί να χρειαστεί να δραπετεύσεις από "το πολύ αστείο δράμα, όχι, τη δραματική κωμωδία" που ζούμε και πάρε πολλά χαρτομάντιλα μαζί σου, γιατί "θα σκάσεις στα γέλια από το κλάμα". Και κοίτα μη σε ονομάσουν "Πράκτωρ 000"! "Μμμ, χαχαχα"!
Είναι η ώρα να μετρήσουμε απουσίες, όπως στο σχολείο, όπου φυσικά και μετράνε με το παραπάνω οι παρουσίες, καθώς είναι ανεκτίμητες κι ευεργετικές, όμως αυτές οι απουσίες τρυπούν την καρδιά σαν αγκάθια, ειδικά όσες έχουν διάρκεια... Είναι η ημέρα αυτού του μήνα που έρχεται να τονίσει όλες τις απουσίες στην ζωή μας.
Δύο τρυφερά ποιήματα κι ένα ιδιαίτερο μουσικό κομμάτι για όσους "λάμπουν" δια της απουσίας τους. Οι απουσίες αυτές φέρνουν το κενό στην ψυχή, το συναίσθημα απομένει ψυχρό, διαφανές κι αιχμηρά αδιάφορο προς καθετί, σαν τον κρύσταλλο του Ελύτη παρακάτω. Εκεί που κοιτάζει επίμονα κανείς τη θάλασσα,ακινητοποιημένος από την ένταση του πόνου. Όλα αυτά μέχρι η φύση να δείξει τη στοργή της προσφέροντας κίνηση, ζωή, ελευθερία. Η φύση και πολύ περισσότερο η θάλασσα είναι λύτρωση.
Κλίμα της απουσίας
Όλα τα σύννεφα στη γη εξομολογήθηκαν Τη θέση τους ένας καημός δικός μου επήρε Κι όταν μες στα μαλλιά μου μελαγχόλησε Το αμετανόητο χέρι Δέθηκα σ’ έναν κόμπο λύπης. Η ώρα ξεχάστηκε βραδιάζοντας Δίχως θύμηση Με το δέντρο της αμίλητο Προς τη θάλασσα Ξεχάστηκε βραδιάζοντας Δίχως φτερούγισμα Με την όψη της ακίνητη Προς τη θάλασσα Βραδιάζοντας Δίχως έρωτα Με το στόμα της ανένδοτο Προς τη θάλασσα Κι εγώ - μες στη Γαλήνη που σαγήνεψα. Απόγευμα Κι η αυτοκρατορική του απομόνωση Κι η στοργή των ανέμων του Κι η ριψοκίνδυνη αίγλη του Τίποτε να μην έρχεται Τίποτε Να μη φεύγει Όλα τα μέτωπα γυμνά Και για συναίσθημα ένα κρύσταλλο.
Οδυσσέας Ελύτης, Προσανατολισμοί, 1941
Υπάρχει κι άλλη όψη όμως...
Ίσως η απουσία είναι παρουσία
Ίσως η απουσία σου είναι παρουσία, χωρίς εσύ να είσαι, χωρίς εσύ να πας να κόψεις το μεσημέρι σαν ένα γαλάζιο λουλούδι, χωρίς εσύ να περπατάς πιο αργά ανάμεσα στην ομίχλη και στους πλίνθους,
χωρίς εκείνο το φως που κρατάς στο χέρι που ίσως άλλοι δεν θα δουν να χρυσίζει, που ίσως κανείς δεν έμαθε ότι βλασταίνει σαν την κόκκινη καταγωγή του τριαντάφυλλου,
χωρίς εσύ να είσαι, επιτέλους, χωρίς να έρθεις απότομη, ερεθιστική, να γνωρίσεις τη ζωή μου, καταιγίδα από ροδώνα, σιτάρι ανέμου,
και από τότε είμαι γιατί είσαι, και από τότε είσαι, είμαι και είμαστε, και για χάρη του έρωτα θα είμαι, θα είσαι, θα είμαστε.
Pablo Neruda
Κι όπως λέει πολύ σοφά η δημιουργός της παρουσίασης του τραγουδιού στο You Tube (κλικ πάνω στο βίντεο):
"Δικό μας είναι μόνο εκείνο που με όλη την καρδιά χωράμε κι ας το χάνουμε μέσα στην πραγματικότητα του τετελεσμένου."
"Ανοιχτά χαρτιά", ένα βιβλίο του Οδυσσέα Ελύτη, στο οποίο ο ίδιος καταθέτει τις απόψεις του για την ποίηση, τις εμπειρίες μιας ζωής για την τέχνη γενικά και την ποίηση ειδικότερα και πολύ περισσότερο τη σοφία που απέκτησε μέσα από τη μεγάλη του αγάπη για την τέχνη του λόγου. Άνοιξε, λοιπόν, τα χαρτιά του και μάς παρουσίασε τα τέσσερα βασικά στοιχεία της γραφής και της αισθητικής του, που είναι η ποίηση, η γλώσσα, ο υπερρεαλισμός και η Ελλάδα.
Ένα θαυμάσιο υπόδειγμα πεζού λόγου, το οποίο γνώρισα στα φοιτητικά μου χρόνια από την καθηγήτρια τότε της λογοτεχνίας που με την αγάπη της για το αντικείμενο με έκανε να λατρέψω περισσότερο όχι μόνο τον Ελύτη αλλά την τέχνη του λόγου γενικά.
Ακολουθούν δύο αποσπάσματα από το συγκεκριμένο έργο...
"Γι’ αυτό γράφω. Γιατί με γοητεύει να υπακούω σ’ αυτόν που δε γνωρίζω, που είναι ο εαυτός μου ολάκερος, όχι ο μισός – που ανεβοκατεβαίνει τους δρόμους και «φέρεται εγγεγραμμένος στα μητρώα αρρένων του Δήμου».
Είναι σωστό να δίνουμε στο άγνωστο το μέρος που του ανήκει· να γιατί πρέπει να γράφουμε. Γιατί η Ποίηση μας ξεμαθαίνει από τον κόσμο, τέτοιον που τον βρήκαμε: τον κόσμο της φθοράς, που έρχεται κάποια στιγμή να δούμε ότι είναι η μόνη οδός για να υπερβούμε τη φθορά, με την έννοια που ο Θάνατος είναι η μόνη οδός για την Ανάσταση.
Μιλώ, το καταλαβαίνω, σα να μην έχω το δικαίωμα, σα να ντρέπομαι σχεδόν που αγαπώ τη ζωή. Κάποτε, είναι η αλήθεια, μ’ εξαναγκάσανε και σ’ αυτό. Κανείς δεν ξέρει, δεν ανακάλυψε ποτέ, από που κρατάει το πάθος του ανθρώπου να μισεί τη δυνατότητα της ίδιας του της σωτηρίας. Είναι που ίσως θα ήθελε να μην το ξέρει άλλα παρ’ όλ’ αυτά το ξέρει πως υπάρχει· και πως είναι αυτός η αιτία που δεν μπορεί μήτε να την πλησιάσει μήτε να την υπερβεί.
Θέλουμε δε θέλουμε, είμαστε όλοι μας δέσμιοι μιας ευτυχίας, που από δικό μας λάθος αποστερούμαστε. Να από που ξεπηδά η προαιώνια λύπη της αγάπης."
"Α μα γιατί λοιπόν ως τώρα είχαμε δώσει μια γλώσσα μονάχα στον κόσμο, γιατί του 'χαμε δώσει ένα μονάχα τρόπο να εκφραστεί; Γιατί του 'χαμε καταλογίσει μιαν όψη μονάχα, κι εκείνη κομματιασμένη, ανάπηρη, μετρημένη αποκλειστικά πάνω στη λογική μας, και την είχαμε ονομάσει ωραία-ωραία «πραγματικότητα»; Και γιατί, στο όνομα της πραγματικότητας αυτής, δεν επιτρέπαμε τίποτα που να την υπερβαίνει;
Να μια διαπίστωση, που όσες φορές αναγκάζομαι να την κάνω, μια στεναχώρια συνοδεύει, σαν ίσκιος μεγάλου ρολογιού του ήλιου, την άκρη της πένας μου.
Μόνος στα σύνορα του πανικού και της γοητείας ο ποιητής, χτυπημένος από μια τέτοια φευγαλέα αποκάλυψη, παθαίνεται να ταιριάσει την ανάσα του στο καινούριο κλίμα που του αποκαλύφτηκε· ματώνεται να δώσει έκφραση σ' αυτή τη μυστική γεύση, την απροσδιόριστην ουσία, την αθάνατη χροιά που μονομιάς είδε να παίρνουνε τα στοιχεία του κόσμου μέσα του. Αποτιμώντας από κει και πέρα με διαφορετικό τρόπο τη ζωή, αναμετράει με οδύνη την απόσταση που τον χωρίζει από τη μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων. Βλέπει την πλειοψηφία τούτη, περιχαρακωμένη σ' ένα χώρο συμβατικό, ν' απωθεί τόσο απελπιστικά, τόσο λυσσαλέα ό,τι θα μπορούσε να τη φέρει αντιμέτωπη στα πιο ουσιαστικά της προβλήματα, που καταλαβαίνει πως είναι γραφτό του να φορτωθεί μαζί με τον καημό της έκφρασης κι έναν άλλον ακόμη — τον καημό της κατανόησης, ανίσως όχι τη μοίρα της μοναξιάς. Έτσι συμβαίνει πάντοτε: ο ποιητής ριψοκινδυνεύει, ενώ πίσω του άνθρωποι παραπλανημένοι επιμένουν να κρατάνε καλά κλειστή μια πόρτα που από καιρό τώρα έχει χάσει τη δικαιολογία της κλειδαριάς της.
Όμως αν από την εποχή του Ηράκλειτου δεν έσβησε ποτέ η συνείδηση της διαμάχης ανάμεσα στη συντήρηση και στη μεταβολή, ανάμεσα στη φυσιολογική και τη μη φυσιολογική ζωική εξέλιξη, πρέπει να ομολογηθεί ότι η διαμάχη τούτη σήμανε πρώτη φορά στον αιώνα μας μ' όλο το βάρος της σημασίας της, επιβάλλοντας στους σύγχρονους καλλιτέχνες να τοποθετήσουμε το αιώνιο στοιχείο της ομορφιάς στο αεί μεταμορφούμενο σημείο της ανθρώπινής της ροής, να νιώσουνε, με άλλα λόγια, πόσο η αλήθεια ετούτη ήταν και της ίδιας της υπόστασης τους ο αιώνιος νόμος. Ανάγκη, και μάλιστα σκληρή, οδήγησε τους ίδιους αυτούς, μ' επαναστατική σημαία στο χέρι, ν' αναθεωρήσουνε την κληρονομιά τους, και ν' αναλάβουν μια ριζική ανακατάταξη των αξιών. Ας χαρακτηρίστηκε από μερικούς σα δίψα της απερίσκεπτης νεότητας ν' ανοίξει, όπως-όπως, ένα δρόμο μπροστά της. Η αλήθεια είναι ότι τόσο στις χώρες των πρώτων εποχών, ή των παραμελημένων περιοχών της Τέχνης, όσο και στις λησμονημένες από τη σεμνοτυφία μεταγενέστερων γενεών σελίδες της Λογοτεχνίας και της Ποίησης οι «μοντέρνοι» πράξανε κείνο που τους έλεγε η γνώση τους κι η καρδιά τους· κι είτε ανασύρανε από την αφάνεια πολλά έργα με αξία ουσιαστική είτε με φανατισμό δικαιολογημένο ποδοπατήσανε μερικά αξιοθρήνητα κατασκευάσματα που είχανε καταφέρει, πρόσκαιρα, να βασιλέψουν.
Τέχνη – Τύχη – Τόλμη, ε ναι λοιπόν! Τέχνη, αφού, καλά ή κακά, θέλουμε να δώσουμε μια διέξοδο στην πυθική σπίθα, που δεν κοιτάει την ώρα να γίνει Λόγος και να μπει επικεφαλής μιας καινούριας αποτίμησης του κόσμου· και Τύχη, αφού είναι αυτή που θα σμίξει τα χρώματα και τα σχήματα, τις ευωδιές και τους ήχους, την καρδιά μας και την καρδιά του Σύμπαντος σ' ένα σημείο, το λυρικό σημείο που ονειρευόμαστε· και Τόλμη, αφού κάθε βήμα σωστό μέσα στην κοινωνία αυτή γραφτό είναι ν' αφήνει πίσω του αίματα, καπνούς, και δάκρυα…"
Συνεχίζω από την προηγούμενη ανάρτηση με τα καλοκουρδισμένα στρατιωτάκια που έλεγα και τα μυαλά των Κούληδων που παίρνουν αέρα... Όμως, δυστυχώς, όλων τα μυαλά είναι αεροκοπανισμένα, όπως ήταν αναμενόμενο!
Είναι μοιραίο όποιος παίρνει την εξουσία στα χέρια του να το παθαίνει σχεδόν πάντα αυτό. "Αλωνίζει" δίχως να λογαριάζει τι ζητά το πλήθος που εκπροσωπεί, ξεχνά ποιος ήταν, από πού ξεκίνησε και πού ήθελε να πάει. Ήξερε άραγε; Ή μήπως ήξερε πολύ καλά κι άλλοι δεν ήξεραν;
Κι άντε, να συμβιβάστηκε στην πορεία πιστεύοντας ότι με υποχωρήσεις στους απ' έξω, θα κέρδιζε κάτι για τον τόπο μπαίνοντας φυσικά στον χορό των ατέλειωτων παζαριών (το γνωρίζουμε από παιδιά ότι ήμαστε, είμαστε και θα είμαστε ένα προϊόν προς πώληση στα παζάρια του κόσμου)...
Όμως τα χημικά και τα δακρυγόνα που σε κάθε διαδήλωση συνήθως τα έτρωγε στη μούρη μέχρι πριν λίγα χρόνια ως πολίτης που έβγαινε στους δρόμους να διεκδικήσει το δίκιο του - αφού με άλλον τρόπο δεν τον άκουγε κανείς, πώς τολμά τώρα να τα πετά ξεδιάντροπα κάθε φορά που βγαίνουν πολίτες ν' αναζητήσουν στον ίδιο χώρο το δίκιο τους! Δεν αναφέρομαι μόνο στο σημερινό συλλαλητήριο, με το Μακεδονικό ζήτημα, μα και των εκπαιδευτικών προσφάτως ή άλλων εργασιακών κλάδων ή απλών πολιτών που εναντιώνονται στις αποφάσεις της εξουσίας.
Είναι καλύτερα τα χημικά της αριστεράς, κ. πρωθυπουργέ; Έχουν πιο γλυκό άρωμα;
Ευτυχώς, έχετε μείνει σταθερός στην απόφασή σας να μη βάζετε τουλάχιστον κάγκελα...!
Έχετε όμως άλλους πολλούς τρόπους να διατηρείται τις αποστάσεις (όπως και όλοι οι προηγούμενοι). Σωστά;
Μας έφαγε η σιωπή και η ανοχή τόσο καιρό, κ. πρωθυπουργέ! Είμαστε υπεύθυνοι όσο κι εσείς για το θέατρο του παραλόγου που εξελίσσεται καθημερινά μπροστά μας. Μάλλον συνηθίσαμε μετά από τόσα χρόνια και δεν μας κάνει τίποτε εντύπωση πια! Ή όχι; Θα δείξει.
Φωτιά
στα μπατζάκια μας έχει μπει εδώ και χρόνια κι από ό,τι φαίνεται θα
κάνει ολοκληρωτικά τη δουλειά της, για να ησυχάσουμε...