(Του Οδυσσέα Ελύτη)
Θυμάσαι,
«παιδί με το γραντζουνισμένο γόνατο» - μητέρα και πατέρα μου, που κάποτε
έπαιζες στις αλάνες ή τις πλατείες με την αίσθηση της απόλυτης ελευθερίας να
κατακλύζει την ψυχή σου; Ορμούσες με θάρρος και εμπιστοσύνη στον εαυτό σου μες
στην περιπέτεια, η οποία σε περίμενε σε κάθε γωνιά της γειτονιάς.
Κρυβόσουν
με ενθουσιασμό στην σπουδαία κρυψώνα που είχες βρει και με τη λαχτάρα να
προλάβεις να πεις το πολυπόθητο «Φτου, ξελεφτερία!». Σκαρφάλωνες με τόλμη στα
φιλόξενα κλαδιά των δέντρων ν’ απλώσεις τα όνειρά σου στον ήλιο, να χτίσεις το
δικό σου σπιτικό με όσα υλικά είχες
διαθέσιμα από τα χαλάσματα της γύρω περιοχής ή από τις νέες οικοδομές, που
είχαν ήδη αρχίσει να πληθαίνουν.
Θυμάσαι
που άρπαζες την μπάλα, εσύ και η συντροφιά σου, με την τρελή επιθυμία στα
μάτια, να μπείτε στον εκστατικό χορό μαζί της μέχρι να νυχτώσει ή από κάπου ν’
ακουστεί το γνωστό κάλεσμα της επιστροφής στο σπίτι;
Ξεχνιόσουν
ώρες ολόκληρες με μια φέτα ψωμί στο χέρι, μα ακόμα και μ’ αδειανό στομάχι, σε
ατέλειωτα παιχνίδια με την λατρεμένη παρέα. Ατρόμητα έμπαινες με τη φιλική
συμμορία σ’ επικίνδυνα εγχειρήματα, όπως ο πετροπόλεμος.
Αλήθεια,
αν έπαιζα σήμερα εγώ κάτι τέτοιο, θα το άντεχες;
Κι
εκεί που η ανταλλαγή πυρών ήταν στο αποκορύφωμά της, να ’σου και η πετριά στο
κούτελο, να, τα αίματα. Μα αυτό δεν πτοούσε κανέναν, ούτε εσάς τα παιδιά, αφού
επανερχόσαστε δριμύτερα στο ίδιο παιχνίδι ξανά και ξανά, ούτε τους γονείς, που
για εκείνους τα ατυχήματα θεωρούνταν αναμενόμενα μέσα στον ενθουσιασμό, τις
αταξίες και το ρίσκο που παίρνουν συχνά τα παιδιά, μετρώντας έτσι τις δυνάμεις
τους με την ίδια τη ζωή. Γνώριζαν, γονείς και παιδιά, ίσως από ένστικτο, ότι η
υπερπροστασία δεν έμαθε ποτέ και κανέναν να στηρίζεται στα δικά του πόδια.
Μην
ξεχνάς ότι μέσα από το παιχνίδι και πολύ περισσότερο απ’ τις τρέλες της παρέας
έμαθες τον εαυτό σου, τις δυνατότητες και τις αδυναμίες σου, έμαθες πώς να
σχετίζεσαι με τους άλλους, πώς να ανταπεξέρχεσαι σε διάφορες καταστάσεις,
προετοιμαζόσουν με λίγα λόγια για την ενήλικη ζωή σου. Γιατί αυτό είναι το
παιχνίδι, μια πρόβα της ζωής.
Άραγε,
εγώ τι θα έχω να θυμάμαι, όταν μεγαλώσω;
Ίσως,
ένα κάθισμα...
Το
κάθισμα του σχολείου, το κάθισμα του φροντιστηρίου, το κάθισμα ενός εργαστηρίου
ή του ωδείου, το κάθισμα του σπιτιού για τη μελέτη, την τηλεόραση και φυσικά
του υπολογιστή. Δε λέω, όλα είναι χρήσιμα αυτά τα καθίσματα, προκειμένου ν’
αποκτήσω τα απαραίτητα εφόδια, όπως μου λες, για την ζωή μου. Όμως τα
περισσότερα από αυτά καταντούν τόσο βαρετά! Συχνά πιάνομαι, θέλω να σηκωθώ, να
τεντωθώ, να απλωθώ, να ξεχυθώ στους δρόμους αλαλάζοντας. Να με ακούσουν να
φωνάζω: «Είμαι κι εγώ εδώ»! Να σειστεί η γειτονιά από τις φωνές!
Η
χαρά και η έκσταση μέσα από τον εικονικό κόσμο των ηλεκτρονικών παιχνιδιών, τα
οποία έχουν τη δύναμη να με μαγεύουν, να με καθηλώνουν πάλι με τις ώρες και να μη θέλω να τελειώσουν ποτέ.
Μου
έμειναν οι οργανωμένοι χώροι άθλησης με ορισμένη ώρα παιχνιδιού και σε
περιβάλλον προστατευμένο με πανύψηλες μάντρες και ψυχρά κάγκελα. Πολλοί δε από
αυτούς απαιτούν να πληρώσω, για να παίξω. Κατάντησε πολύ ακριβό το παιχνίδι
πια!
Δεν
ξεχνώ φυσικά, ότι έχω στη διάθεσή μου στα διαλείμματα εκείνο τον λίγο χρόνο –
που ποτέ δεν φτάνει – να βγω και να ξεδώσω με τη συντροφιά μου στον προαύλιο
χώρο του σχολείου. Να ξεδώσω μετ’ εμποδίων κι εκεί, αφού επιβάλλεται και πάλι
ν’ ακολουθήσω κανόνες. Ουφ, πολλούς κανόνες!
Αυτά
μου έμειναν;