"Μαύρος μάγκας ο καιρός και μαύρο φίδι" και "αυτή η νύχτα μένει αιώνες παγωμένη"! Κάπως έτσι μοιάζει να είναι η κατάσταση εδώ και πολλά χρόνια για την ελληνική πραγματικότητα. Σοφοί και προφητικοί οι στίχοι αυτοί του μουσικού κομματιού "Αυτή η νύχτα μένει" του Σταμάτη Κραουνάκη, το οποίο κυκλοφόρησε το 1999 και συνόδευσε επιτυχώς την ομότιτλη κινηματογραφική ταινία του 2000 σε σκηνοθεσία του Νίκου Παναγιωτόπουλου και σενάριο του Θάνου Αλεξανδρή. Και η βραβευμένη αυτή προσπάθεια βασίστηκε στο ομώνυμο βιβλίο του ίδιου του Θάνου Αλεξανδρή.
Η ανάρτηση ετούτη προέκυψε από την επαφή που είχα πρόσφατα σε παρέα, όπου συζητήθηκε το γνωστό σε πολλούς βιβλίο του Αλεξανδρή, έτσι ήρθε και η ιδέα να αναφερθώ εδώ με όσους συνειρμούς έκανα στη συνέχεια. Το οξύμωρο της υπόθεσης είναι ότι δεν έχω διαβάσει ούτε το βιβλίο ούτε έχω δει την ταινία μα ούτε και την τηλεοπτική σειρά! Μόνο το τραγούδι γνώριζα και μου άρεσε πάντα. Θα πει κανείς τι δουλειά έχω τότε να καταπιαστώ... Και η απάντηση έρχεται μάλλον εντελώς παιδική... "Έτσι!".
Προφανώς, πολλοί αναγνώστες του ιστολόγιου ίσως έχουν περισσότερη γνώση από εμένα επάνω στο θέμα, όμως θα κάνω μία σύντομη υπενθύμιση όσον αφορά στο βιβλίο και το περιεχόμενό του, προσθέτοντας μικρά πικρά σχόλια δικά μου για τους χώρους αυτούς και τον κόσμο τους.
Αναφέρεται σε έναν κόσμο ο οποίος παρέμενε για χρόνια στο σκοτάδι, εκείνον που υπήρξε στα λεγόμενα "σκυλάδικα" της ελληνικής επαρχίας κατά τις δεκαετίες του 1980 και 1990. Πρόκειται για ένα οδοιπορικό σε μια Ελλάδα των παρασκηνίων και του αθέατου, σε πόλεις όπως η Λάρισα, η Τρίπολη, η Δράμα, οι Σέρρες και άλλες, όπου το σπάσιμο των πιάτων, τα πανέρια λουλουδιών και το άνοιγμα της σαμπάνιας πήγαινε σύννεφο. Πρωταγωνιστές σε αυτό το πανηγύρι ήταν οι σταρλίτσες και πιο λαϊκά "σκυλούδες", που ονειρεύονταν να γίνουν πραγματικές φίρμες, οι ιδιοκτήτες των μπουζουκομάγαζων που ήταν χωμένοι σε διάφορα σκοτεινά μονοπάτια, οι μουσικοί που είχαν έναν τρόπο να βγάζουν το ψωμί τους, οι θαμώνες που έτρεφαν καταλλήλως τους χώρους αυτούς, τα γκαρσόνια που κι εκείνα είχαν το μερίδιό τους στο "παζάρι" και φυσικά οι γνωστοί "προστάτες", που... μόνο προστασία δεν πρόσφεραν!
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που πήρα από τον Έηαη 😉, το βιβλίο αναδεικνύει την βαθιά ανθρώπινη πλευρά όλων αυτών των προσώπων, καθώς τα προσεγγίζει με τρυφερότητα, σεβασμό και νοσταλγία. κοιτώντας τι συνέβαινε κάτω από τα βαριά μακιγιάζ και τα φτηνά γκλίτερ. Αφού τα λαμπερά όνειρα διαψεύδονταν, ερχόταν στο φως η σκληρότητα του επαγγέλματος με τις καταχρήσεις παντός είδους να κάνουν θραύση και να επέρχεται η εξάντληση και το κυνήγι του μεροκάματου. Στην ουσία είναι μια κοινωνική καταγραφή της Ελλάδας της περιόδου της ευμάρειας, που ο κόσμος διασκέδαζε και ξόδευε ασύστολα.
Κι αυτή η Ελλάδα του τότε, που ζούσε το παραμύθι της και ο κόσμος της σπαταλούσε χρήματα που τις περισσότερες φορές δεν είχε βγάλει με τον ιδρώτα του, αλλά "τρώγοντας" επιδοτήσεις δίχως καμία ντροπή, παρέμεινε στο βαθύ της σκοτάδι! "Κατασπάραξε" τον ίδιο της τον εαυτό και υποθήκευσε το μέλλον της με τον πιο άγριο τρόπο. Δυστυχώς, όσοι τα έζησαν όλα αυτά τα "ωραία", αμφιβάλλω αν σήμερα, έπειτα από όσα καταστροφικά έχουν συμβεί σε οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, έχουν καταλάβει σε ποιο βαθμό είχαν επίσης ευθύνη!
Λυπάμαι αν χάλασα την εικόνα που θέλει να περάσει το βιβλίο, η ταινία και η σειρά, όμως η πραγματικότητα μάς μαρτυρά μια αλήθεια που δεν κρύβεται όσο κι αν θέλουμε να ωραιοποιήσουμε κάποιες καταστάσεις ή να τις δούμε απλά ρομαντικά ή με μια μικρή δόση νοσταλγίας. Ο συγγραφέας δημιούργησε ένα έργο αυτοβιογραφικό, οπότε έχει το δίκιο του. Γι' αυτό και το βιβλίο θα το πάρω, ενώ για την ταινία και τη σειρά δεν υπόσχομαι και δε με πολυνοιάζει.
Προς το παρόν κρατώ το εμβληματικό μουσικό κομμάτι με τους ιδιαίτερους στίχους, τη γλυκιά μελωδία του και την ερωτική του πλευρά. Ακολουθεί με την ερμηνεία της Παπίου και εν συνεχεία του δημιουργού του...




